Μια λέξη και τόσες πολλές έννοιες από πίσω.
Ορίζοντάς σε κοινωνικό,οικονομικό,ψυχολογικό και πόσα ακόμα επίπεδα.
Η πιο ουσιαστική έκφανση ποιά είναι?
Είναι αυτή που μας ικανοποιεί.Είναι εκείνη που αναγνωρίζουμε κοιτάζοντας τον εαυτό μας στον καθρέφτη.Είναι εκείνη που στηρίζει όλες τις άλλες.
Είναι η αυτοεκτίμηση.Η αξία “κινητήριος δύναμη”.
Συνιστώσα ή συνισταμένη,όπως και αν την αντιμετωπίσεις το σίγουρο είναι ότι η αναγνώρισή της και η αντιμετώπισή της προς ώφελος των υπολοίπων αξιών είναι καθαρά προσωπική υπόθεση.Βέβαια σίγουρα υπάρχουν εξωτερικές επιδράσεις που μπορούν να την α)ενισχύσουν ή να τη β)διαλύσουν.
Όσες φορές επιχείρισα το 1ο για τους γύρω εκτιμήθηκε τόσο ώστε να θέλουν να γκρεμίσουν τη δική μου αυτοεκτίμηση.Βλέπεις το να εξυψώνεις το ηθικό μερικών και να βελτιώνεις την εικόνα που έχουν οι άνθρωποι για τον εαυτό τους αυτόματα σε κάνει δεδομένο στα μάτια τους και αντικείμενο να εκθέσουν την όποια νέα κριτική τους για εσένα ως πλέον καλύτεροι,εξυπνότεροι,πιο καλλιεργημένοι,ωριμότεροι άνθρωποι.Είναι μια θεαματική μετάλλαξη.
Αν επιχειρίσω το δεύτερο,αυτόματα θα ρίξει σε μηδενικά επίπεδα την αυτοεκτίμησή μου.
Την Παρασκευή αποφάσισα να βγω.Πήρα λοιπόν τον ξάδερφό μου και ξεκινήσαμε το περπάτημα..το είχαμε ανάγκη και οι 2.Κατηφορίσαμε για Ψυρρή και σε όποιο μαγαζί μας βγάλει.
Οι Αθηναίοι , όση πίεση και να τραβάμε, όσα παράπονα κι αν κάνουμε για τη χωροταξία και την ασχήμια αυτής της πόλης, όταν βρούμε χρόνο να βγούμε, θα βρούμε τη χειρότερη τρύπα να χωθούμε, να στριμωχτούμε και να διασκεδάσουμε υπό 4ωρη ορθοστασία με βρώμικα ποτά.
Η περιοχή του Ψυρρή δε μου αρέσει.Οπτικά εννοώ.Βρώμικη περιοχή (και δεν νομίζω οτι φταίει μόνο ο Δήμος γι’αυτό,γκούχου γκούχου αθηναίε πολίτη ), κτίρια που χρήζουν αναπαλαίωσης, στενά και πολυσύχναστα τύπου καφενεία με άβολες καρέκλες και μόνιμο θόρυβο.Ας μη μιλήσω για τα αυτοκίνητα που στριμόχνωνται στα στενά στα οποία οι πεζοί πλέον πρέπει να έχουν τις ικανότητες του superman για να περάσουν (ξέρεις, αιώρηση, super όραση και τα ρέστα) μιας και τα πεζοδρόμια έχουν φτιαχτεί για στρουμφάκια.
Τέσπα μέσα στα τόσα (για ‘μένα που είμαι και λίγο ιδιότροπος) μειονεκτήματα υπάρχει ένα βασικό πλεονέκτημα. Ο κόσμος. Ξέρεις οτι θα πας και θα δεις ΚΟΣΜΟ. Από οικογένειες στα live ταβερνάκια μέχρι μεταλλάδες ( προς ευχάριστη έκπληξή μου διαπιστώνω οτι υπάρχουν ακόμα-ζήτω οι νέες γενιές)…κοριτσάκια, αγοράκια, φοιτητές, ξέγνιαστα πλάσματα που η αύρα τους έχει το χρώμα ονείρου. Δεν τους νοιάζει που κάθονται στις άβολες καρέκλες, που περιμένουν μισάωρα την παραγγελία τους, επιζητούν αυτό που εγώ ονομάζω βαβούρα, παιχνίδια αθώα και μη, βλέμματα θαυμασμού και περιπαιχτικά. Τρώνε το βρώμικο σουβλάκι, τρώνε το παγωτό χωρίς δεύτερη σκέψη για το κρύο, γελάνε, φλερτάρουν. Ζουν. Γιατί κάποιοι αθηναίοι πολίτες -και μη- έχουν το προνόμιο να ζουν όπως πρέπει να ζούμε όλοι , για λίγο όμως…τα 25 και οι βαριές υποχρεώσεις για πολλούς από αυτούς έρχονται γρήγορα. Μου λείπουν αυτά τα άδολα χρόνια, τεσπα.
Περπατήσαμε λοιπόν στους δρόμους της περιοχής , όχι πολύ όμως..βιαζόμασταν για ποτό και μουσική. Και “χωθήκαμε” στην τρύπα που μου αρέσει.Ευτυχώς δε στριμωχτήκαμε, βρήκαμε τραπεζάκι από το οποίο είχαμε μια συνολική θέα του μαγαζιού.
Η μουσική metal, industrial, gothic και τα χρόνια της εφηβείας μου (και τα επόμενα) επέστρεφαν ένα ένα κουβαλώντας όλες μου τις πράξεις καλές και κακές.Εκεί στο ημίφως, έτρωγα όλες τις φλασιές. Πρώην, φίλους, και η σκοτεινή μεσαιωνική ατμόσφαιρα ενέτεινε το εφηβικό μου σκίρτημα. Ήταν πολλές οι αναμνήσεις και οι συζητήσεις. Συζητήσεις που την επόμενη μέρα νηφάλιος πια επιβεβαίωναν τα παραπάνω.
Η νιότη και η ανεμελιά, η αίσθηση ότι είσαι δυνατός και αλώβητος κρατάει για λίγα χρόνια, όσο τα μεγάλα σου όνειρα πριν σε προσγειώσει το μεγαλύτερο χαστούκι.Αυτό κατά το οποίο επιστρέφουν όλα αυτά που νόμισες ότι δε σε πειράζουν, αυτό που κοιτάς τον εαυτό σου στον καθρέφτη και βλέπεις οτι δεν έγινες αυτό που θες ή οτι δε σε γουστάρεις. Αυτό για ‘μενα είναι στο χαστούκι της συναισθηματικής ενηλικίωσης και της συνειδητότητας.
Το πακέτο με τα τσιγάρα τελειώνει. Κοιτάζοντάς το είμαι για άλλη μια φορά στη φάση “νεκρός χρόνος” . Πώς σταμάτησα τον αθλητισμό για να αφιερωθώ περισσότερο στο διάβασμα, πώς από εκεί που απεχθανόμουν τους συνομήλικους δεκαεξάχρονους καπνιστές έγινα ένα με αυτούς. Τί με οδήγησε όμως εκεί…
Έχω συζητήσει με πολλά άτομα για το τσιγάρο. Οι περισσότεροι μου είπαν οτι το ξεκίνησαν σαν εκτόνωση. Το τσιγάρο γι’ αυτούς ήταν αγχολυτικό και φάρμακο για τη στεναχώρια τους. Κανένας δε μου είπε οτι ήταν αδύναμος χαρακτήρας όπως εγώ, κανένας δε μου είπε ότι γούσταρε να αφήνεται στην παρέα και στο επαναστατικό προφίλ της εφηβείας που διαμορφωνόταν με άγνωστης μάρκας μπλουζάκια, μακρύ μαλλί και καπνό στην τσέπη.
Το τσιγάρο για ‘μενα ξεκίνησε σαν μια κίνηση αλλόκοτου δεσίματος με τους κολλητούς, σαν μια κίνηση ανεξαρτητοποίησης από το σπίτι, σαν μια προσωπική επανάσταση, πράγματα που συνηγορούσαν στη διαπίστωση του πόσο αδύναμος ανθρωπάκος ήμουν και μάλλον παραμένω μην έχοντας προσπαθήσει να το κόψω. Δεν είχα “σοβαρούς λόγους” να το ξεκινήσω και νομίζω ποτέ δεν υπάρχουν σοβαροί λόγοι για να το ξεκινήσεις.Όλα αυτά που άκουσα κατά καιρούς τα θεωρώ μαλακίες. Κι αν είχα κωλοκατάστάσεις στο σπίτι και στο μυαλό μου σαν έφηβος ποτέ δεν το απέδωσα εκεί. Μόνο στο αδύναμο του χαρακτήρα μου.
Τέλοσπάντων.
Κάνω πάλι αυτό το σπαστικό πώς-θα-ήμουν-τώρα-αν-δεν το είχα ξεκινήσει.
Πώς-θα-ήμουν-τώρα αν δεν αφηνόμουν σε όλες εκείνες τις ηλίθιες απολαύσεις παραμερίζοντας μαθήματα.
Πώς-θα-ήμουν-τώρα χωρίς εκείνη τη σχέση στην 3η Λυκείου που έπεσα με τα μούτρα σαν το βλάκα.
Να’μαι στο σερβίς.Στην ομάδα βόλλευ ανδρών.Στον Παναθηναικό?
Μπορεί.
Να’μαι στο Πολυτεχνείο. Κοντά σε εκείνη τη γκόμενα που πάντα γούσταρα και που μου έκανε τη ζωή κόλαση στο φροντιστήριο.